1. Μετάβαση στο περιεχόμενο
  2. Μετάβαση στο κύριο μενού
  3. Μετάβαση σε περισσότερους ιστοτόπους της DW

Είναι η ανατολική Γερμανία ακροδεξιά;

26 Φεβρουαρίου 2016

Τα νέα ξενοφοβικά κρούσματα στη Σαξονία απασχολούν τον δημόσιο διάλογο. Κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες επιχειρούν επί σειρά ετών να διαλευκάνουν τα αίτια της ακροδεξιάς βίας στην ανατολική Γερμανία.

https://p.dw.com/p/1I25Q
Εικόνα: picture-alliance/dpa/R. Löb

Τα χειροκροτήματα και οι επευφημίες ομάδας ανθρώπων για ένα μελλοντικό κατάλυμα προσφύγων που είχε γίνει προ ημερών στόχος εμπρησμού και ήταν τυλιγμένο στις φλόγες στο Μπάουτσεν της Σαξονίας ήταν κατά πολλούς το αποκορύφωμα μιας μακράς οδυνηρής εξέλιξης. Σύμφωνα με στοιχεία του γερμανικού υπουργείου Εσωτερικών, οι μισές από τις ρατσιστικές πράξεις βίας που καταγράφηκαν το 2015 συνολικά στη Γερμανία διαπράχθηκαν στα ανατολικά κρατίδια.

Με αφετηρία τις ρατσιστικές επιθέσεις εναντίον καταλύματος μεταναστών στην πόλη Χογερσβέρντα της Σαξονίας το 1991, στο διάστημα των τελευταίων 25 χρόνων κοινωνικοί και πολιτικοί επιστήμονες προσπάθησαν να διερευνήσουν τα πραγματικά αίτια της συμπύκνωσης των κρουσμάτων ακροδεξιάς βίας στην ανατολική Γερμανία. Από τις έρευνες προέκυψε ότι δεν υπάρχει μία και μόνο έγκυρη απάντηση, αλλά τα ακροδεξιά φαινόμενα αποτελούν συνδυασμό πολλών πιθανών αιτιακών παραγόντων.

Μετά την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου η ζωή πολλών ανθρώπων στην αποκλεισμένη προηγουμένως Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας άλλαξε δραματικά. Το σύστημα της ελεύθερης αγοράς έφερε μαζική ανεργία, κάτι εντελώς άγνωστο από την περίοδο της ελεγχόμενης σοσιαλιστικής οικονομίας. Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Ντάβιντ Μπέγκριχ, ιδιαίτερο σοκ προκάλεσε το γεγονός ότι «από τη μια μέρα στην άλλη επαγγελματικές και βιογραφικές εμπειρίες δεν άξιζαν εκ των πραγμάτων τίποτα και άνθρωποι καλούνταν να μάθουν τα πάντα από το μηδέν και έπρεπε να αρχίσουν πάλι από την αρχή». Ειδικά από τις μεθοριακές περιοχές της Σαξονίας και του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας πολλοί πήραν τον δρόμο της φυγής. Οι περιοχές αυτές αντιμετωπίζουν ακόμη και σήμερα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Όπως επισημαίνει ο Τομ Μάνεβιτς, ερευνητής με ειδίκευση στη μελέτη φαινομένων εξτρεμισμού στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Κέμνιτς, οι χαμένοι αυτής της μεταβατικής φάσης προβάλλουν τη δυσαρέσκειά τους σε άλλες εθνικές ή θρησκευτικές ομάδες. Για παράδειγμα, εναντίον προσφύγων ή μουσουλμάνων.

Καταστολή ακροδεξιών τάσεων χωρίς δημόσιο διάλογο

Όπως υπογραμμίζει ο Ντάβιντ Μπέγκριχ, «η κοινωνία της ανατολικής Γερμανίας βρίσκεται τώρα, 25 χρόνια μετά τη γερμανική Επανένωση, στη διαδικασία ανακάλυψης πραγμάτων, όπως η διαφορετικότητα. Παλαιότερα ήταν σε μεγάλο βαθμό μια ομοιογενής κοινωνία». Το καθεστώς της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ακολουθούσε ιδιαίτερα περιοριστική πολιτική απέναντι σε μετανάστες, οι οποίοι ήταν συχνά εργάτες από «αδελφικές σοσιαλιστικές χώρες» όπως το Βιετνάμ, η Πολωνία, η Μοζαμβίκη, η Ουγγαρία και η Κούβα. Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Τομ Μάνεβιτς, «η DDR ακολουθούσε εξαιρετικά αυστηρή πολιτική απέναντι στους ξένους. Γκετοποιούσε ανθρώπους από το εξωτερικό, τα σημεία επαφής (σ.σ. με τους ντόπιους) ήταν ανύπαρκτα».

Ένα κατάλυμα μεταναστών στην Χογερσβέρντα της Σαξονίας δέχθηκε το 1991 απρόκλητη ρατσιστική επίθεση
Ένα κατάλυμα μεταναστών στην Χογερσβέρντα της Σαξονίας δέχθηκε το 1991 απρόκλητη ρατσιστική επίθεσηΕικόνα: picture-alliance/dpa

Η Υπηρεσία Ασφαλείας της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας είχε καταγράψει πολλά κρούσματα χάραξης αγκυλωτών σταυρών σε τοίχους σπιτιών. Σύμφωνα με κοινωνιολογικές έρευνες, οι ακροδεξιοί ήταν ήδη από τότε εξαιρετικά βίαιοι. Η δράση τέτοιων ομάδων τιμωρούνταν σκληρά, ωστόσο οι πράξεις τους αποσιωπούνταν μαζικά. Το φαινόμενο της ακροδεξιάς αντιμετωπίστηκε με καταστολή. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Τομ Μάνεβιτς, «αυτό σημαίνει ότι υπάρχει περιορισμένη εμπειρία πολιτικής αντιπαράθεσης με την έννοια της σύγκρουσης απόψεων και του πλουραλισμού».

Βόλφγκανγκ Ντικ / Άρης Καλτιριμτζής